Τα παλαια ήθη και έθιμα, όπως π.χ. τα Κόλιαντα, τα Σόρβα, η Χιλιδόνα, οι Απουκριές, οι Λαζαρίνις, εντάσσονται στον καμβά μίας προκαπιταλιστικής βαλκανικής ενδοχώρας. Οι ανδρικές στολές (μαύρες φουστανέλες) ομοιάζουν με τις αντίστοιχες των Καμβουνίων και των Χασίων, ενώ οι αντίστοιχες γυναικείες, προφανώς παλαιότερες, είναι εμφανώς επηρεασμένες από το Βορρά. Οι μαζικές αυτές συνήθειες ατόνησαν κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, όταν τα κορίτσια κατέφυγαν για προστασία στις πόλεις, αλλά, κυρίως, μετά τον εξηλεκτρισμό του χωριού στις αρχές της δεκαετίας του ΄70.

Τα περισσότερα έθιμα, ιδιαίτερα οι Λαζαρίνες, έγιναν ευρύτερα γνωστά χάρη στη ρωμαλέα δραστηριότητα ενός επίμονου αρχαιολάτρη και ρομαντικού ζηλωτή, του δασκάλου Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, που είχε παρακινηθεί συν τοις άλλοις από το Χρίστο Μανώλη, έναν ανύπαντρο γερμανομαθή, που καταγόταν από το χωριό, αλλά ζούσε στην Θεσσαλονίκη. Τη σημερινή ύπαρξή τους τα μεσαιωνικά έθιμα οφείλουν σχεδόν αποκλειστικά στην αφειδή οικονομική αρωγή της Δημοτικής Αρχής μέσω του συλλόγου «η Πρόοδος» και στην άοκνη εργασία των εκάστοτε χοροδιδασκάλων όπως π.χ. του Αργύριου Παπαζήση.

Νέα δρώμενα όπως ο Δρόμος του Απολλόδωρου και οι Γιορτές των Νερών στηρίζονται κι αυτά σε κρατικούς πόρους. Ορισμένα όμως όπως η Καμήλα, οι φανοί Μυρμήγκου και Λακκουστά και η έφιππη μεταφορά των οστών του Οσίου Νικάνορος από τη Ζάμπουρντα, ανήκουν – σωστότερα ανήκαν ως πρότινος - πλήρως στην ιδιωτική πρωτοβουλία.